Σάββατο

ΠΑΙΔΙ/ΦΑΝΑΡΙ

Σε ξέρω καλά:
Με κοζάρεις μέσα απ’ τα φιμέ τζάμια
καθώς σου καθαρίζω το παρμπρίζ.
Μαρσάρεις ανυπόμονα
περιμένοντας το φανάρι
ν’ ανάψει
πράσινο.
Χαϊδεύεις το δέρμα του τιμονιού,
τα μπάσα παίζουν στο τέρμα˙
πίσω απ’ τα μαύρα σου γυαλιά
με κοιτάζεις με βλέμμα περιφρονητικό.

Σε ξέρω καλά:
Δεν αξίζω τίποτα για σένα˙
ούτε καν το μισό ευρώ
που κρατάς ανάμεσα σε δείχτη και μεσαίο.
Ανοίγεις το παράθυρο βιαστικά,
δεν γυρίζεις καν να με κοιτάξεις.

Σε ξέρω καλά˙
μα εσύ δεν ξέρεις
ότι καθώς απλώνω το αριστερό χέρι
ανοιχτό
στο δεξί κρατώ
σφιχτά
ένα μαχαίρι.

[Γκρόζνι]

ΑΥΤΟΠΡΟΣΩΠΟΓΡΑΦΙΑ

Τώρα δα η ευτυχία μού χτύπησε το παράθυρο˙
στο λαιμό φόραγε διαμάντια,
ήταν κορδωτή και ξιπασμένη,
ένα άθροισμα θεαματικής πληρότητας,
μια ατομικότητα.
Τώρα δα η ευτυχία κάθισε λίγο πιο κει˙
μου πρόσφερε τη φρικτή μηχανική της,
τις ηθικές αρετές της, το βαθύ της χτυποκάρδι,
μου εξέθεσε τις απόψεις της για τη ζωή,
μα δεν είπε λέξη για τα εγκλήματά της.
Την αγνόησα, γύρισα πλευρό, τη βλαστήμησα.
Όχι, δε θα γίνω δολοφόνος για χάρη της.

Εγώ κάθε πρωί καταπίνω τον πόνο με κορνφλέικς,
κάθε βράδυ αμφισβητώ τη λογική μου.
Ο Θεός είναι άξιος συμπαραστάτης μου˙
προσεύχεται σε μένα,
τρώει από το σώμα μου,
πίνει από το αίμα μου˙
μερικές φορές κάθεται στα πόδια μου,
του χαϊδεύω τα μαλλιά.

Έγνοιες, συμπόνια, τύψεις δεν σημαίνουν τίποτα για μένα˙
κάθε Κυριακή διαβάζω επικήδειους σε εκκλησίες,
συγνώμη, δεν παίρνω παραγγελίες.
Κάθε φορά που ακούω τη λέξη ειρήνη
κοιμάμαι μ’ ένα όπλο στο προσκεφάλι μου.

Γιάζρα είναι τ’ όνομά μου˙
αγία πουτάνα, μπάσταρδος ποιητής,
κάποιες φορές πολεμιστής, τις περισσότερες δειλός.
Ξέρω ποιος είμαι:
έχω σπιλώσει την τιμή κάθε έντιμης οικογένειας,
έχω βγάλει σέλφι με κάθε εθνοπροδότη,
έχω μαζέψει κατάρες από κάθε καταραμένο ποιητή˙
οι παρομοιώσεις είναι το δυνατό μου σημείο.

Βάλε με μπροστά σε μια μηχανή κι εγώ θα τη σαμποτάρω,
ή στείλε με στον πόλεμο και θα λιποτακτήσω.
Δώσε μου μια πατρίδα κι εγώ θα την προδώσω,
ή θα δολοφονήσω τον τύραννο
και θα διαπομπεύσω τον πρωθυπουργό.
Κλείσε μου εμφανίσεις σε τσίρκο,
ή σε φεστιβάλ λογοτεχνίας˙
βρίσε με, φτύσε με κι εγώ θα σταυρωθώ για χάρη σου.
Μάθε με να διαβάζω τα όνειρα,
δίδαξέ με κολακείες και γαλιφιές,
γιατί σε κάτι πρέπει να χρησιμεύουν κι οι ποιητές.

Γράφω για τους ανέστιους, τους ξυπόλητους, τους πένητες,
τους τελευταίους στη σειρά.
Είμαι μια υπόσχεση που κανείς δε θα κρατήσει.

[Γκρόζνι]

Παρασκευή

Ο ΠΡΩΤΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ Γ.Χ.

Θα ’χω το τέλος μετανάστη απ’ την Τσετσενία˙
θα με βρείτε πεταμένο στα σκουπίδια
με το λαιμό κομμένο και τα χέρια κρύα.
Στην πλατεία θα πουν: Αναπαύτηκε εν πολέμω.
Κι αν διαδώσετε τον λόγο μου στα πέρατα της γης,
εγώ σαν πάνθηρας θα επιστρέψω μια ωραία πρωία.

Θα ’χω το τέλος πόρνης απ’ τη Σενεγάλη˙
θα με βρείτε πεταμένο στον ακάλυπτο
με μια σφαίρα μπάτσου στο κεφάλι.
Στην πλατεία θα πουν: Μακάριοι οι πολεμοποιοί.
Κι αν μου φορτώσετε τις αμαρτίες των ποιητών,
εγώ απ’ τις στάχτες τους θα γεννηθώ και πάλι.


[Γκρόζνι] ........