Δευτέρα

Jazra w/ Balinese Beast: Γάμα την αποκάλυψη

Ακούστε εδώ


γάμα την αποκάλυψη. ρίμες στη μεσολογγίου ψάχνουνε για κάλυψη. μπάτσοι μπουκάρουν στην κατάληψη. το ίδιο έργο κάθε βράδυ σε επανάληψη. ψηλά αγνάντευε μα χαμηλά πολέμα. βάλε μέγκα, η αστυνομία μιλάει με το στόμα του πρετεντέρη. στη φόδρα ράψε ένα μαχαίρι. μπράβοι την πέφτουν μέρα μεσημέρι.

χούντα. ο στρατός στους δρόμους. τα παιδιά παίζουν μπάτσους κι αστυνόμους. στη βουλή τ’ αφεντικά διατάσσουν νόμους. οι εργάτες στο μαντρί, εργασία και τιβί. γκλάμουρ και γκαβλί, οι νεολαίοι μοιάζουνε μέλισσες δίχως κεντρί. οι αντάρτες φυλακή, θηρία στο κλουβί. κι οι ποιητές; οι ποιητές στη σιωπή. λεωφόρος δίχως βοή.

ποιητάδες, μείνετε σπίτι. εύθραυστοι σαν κυκλάμινα, μια ζωή στην ήττα και την άμυνα. ξοφλημένοι αριστεροί, μπουρζουάδες του ποιείν. στο μακελειό σκορπάτε σαν τα ποντίκια απ’ το σάμινα. νεκρά φύση. εγώ εκπαιδεύω λέξεις φενταγίν. δε γράφω ποιήματα, γράφω προκηρύξεις. να δούμε πού θα είστε όταν το αίμα στο δρόμο πήξει.

***

φρούριο ελλάδα. κάθε επαρχία και μία μανωλάδα. δούλες μαζεύουν την ελιά, δούλοι το πορτοκάλι. αντί για πληρωμή μια σφαίρα στο κεφάλι. με μπράβους ο αφέντης το νόμο επιβάλλει. όσους δεν έχουνε χαρτιά κιμά τους κάνει η αγροτιά. φωτιά, φωτιά στα σπαρτά του τσιφλικά. φωτιά, φωτιά στην καλύβα του μπάρμπα θωμά.

φρούριο ελλάδα. στον έβρο σκλάβες βγαίνουνε βαρκάδα. μουνί εξωτικό, εμπόρευμα φτηνό. μια μαινάδα για κάθε καυλωμένο αρσενικό. δέκα ευρώ πληρώνουν τον κάθε βιασμό. νταβάδες, δικαστές, όλοι μες στον κόλπο. οι ελληνίδες κάνουν μόκο. καλσόν ψωνίζουνε στον χόντο. το φύλο τους μετράνε με τον πόντο. εκεί κάθε μουνί πια πιάνει τόπο.

φρούριο ελλάδα. τα σκλαβοκάικα σαλπάρουν μ’ άνεμο ούριο. πέντε αιώνες αποικιοκρατία, η μεσόγειος είναι ο νέος ατλαντικός. το αιγαίο γεμάτο πτώματα, τάφος ανοιχτός. το λιμενικό ετοιμάζει ακόμα μια κηδεία. άνδρες, γυναίκες και παιδιά στον πάτο ομαδικώς. η frontex λιάζεται στην παραλία. αν είσαι μουσουλμάνος, η ζωή σου δεν πιάνει μία.

φρούριο ελλάδα. μικροαστοί ρουφάν φρόνιμα φασολάδα. ρίχνουν λίγο κρέας και φτιάχνουν φασιστάδα. επιτροπές κατοίκων φυλάνε τις πλατείες, μπράβοι τις συνοικίες. όποιες έχουνε γωνίες τις στέλνουνε στη γάδα. μα οι λύκοι στα νύχια κρύβουν την οργή, σβήνουν πίσω τους τα ίχνη. σαν τις συμμορίες του μπλανκί περνάν μέσ’ απ’ τα τείχη.

φρούριο ελλάδα: κάποιες πεθαίνουν για να μπουν, κάποιες ζουν για να βγουν.

***

η πόλη γλεντά. σήμερα βγαίνουν τα σπαθιά. όλοι οι μετανάστες μια γροθιά. σήμα πέφτει για επίθεση. σήμανε η ώρα για εκδίκηση. η εργατική τάξη ανεβαίνει από την κόλαση, χιόνι πέφτει στην τηλεόραση. η ειρήνη παραπαίει. τσέοι, νοικοκυραίοι τρέχουνε σαν αρουραίοι. πλατείες βικτωρίας, αμερικής και αττικής: κουμάντο κάνουν πλέον οι λαθραίοι.

η πόλη αιμορροεί, η νύχτα ανοίγει σαν πληγή. χορέψτε, χορέψτε, μουσουλμάνοι δυνατοί. οι αντιφά κάνουν ντου. μπενζίνα και beats ρέουνε παντού. οργή με την οργή θεριεύει η ζωή. ο στρατός περιπολεί τη θάλασσα, μα δεν μπορεί να κόψει πια το κύμα. απόψε δε θα μείνει ούτ’ ένας σίστας στην αθήνα.

***

beat του dilla. φοράει μαντίλα. ρήμα σκύλα. μουσουλμάνα κόρη κρατάει στο χέρι φαλλό και μαχαίρι. μαύρο ασκέρι το ποίημα θα φέρει. ρέει η ρίμα, o ράπερ την ιππεύει. το μπάσο αγριεύει. το σύστημα τα παίζει. ο λίτης θέλει τον λύκο να δαμάσει, ο μπάτσος το μπάσο να σωπάσει. μαύρο παιδί βρίσκει οργή κι ο λύκος το ζηλεύει.

στίχοι σε βρεγμένο στουπί. στ’ αυτί μου ηχεί η φωνή του chuck d. παρακρατικοί σχεδιάζουν φόνους. λύκοι ξεπηδούν από τους υπονόμους. αν σκίσεις το πεύκο βγάζεις ρετσίνα, αν σκίσεις το χιπ χοπ βγάζεις βενζίνα. κι αν τα όνειρά σου από βινύλιο έχουν φτιαχτεί, ξέχνα τον ποιητή, η βελόνα κάνει τη μουσική ν’ ακουστεί.

πίσω στα βασικά: ένα μικρόφωνο και asics με τα κορδόνια λυτά. ο dj φέρνει τον θόρυβο πίσω στην παράσταση. ποιο dna, το beat δίνει στο σώμα το ρυθμό. πιτσιρίκια χορεύουν ένα νέο χορό. ο δρόμος καίει. ο emcee φέρνει το έψιλον πι πίσω στην ανάσταση. κάνε μια προσευχή πριν οι λύκοι του jazra χιμήξουν απ’ το χαρτί.

***

κόψε τη γείωση. απόψε θα ζήσω, ράψε πάνω μου την ποίηση. με το δάχτυλο στην πένα γίνομαι δημόσιος κίνδυνος νούμερο ένα. οι λέξεις με προστατεύουν σαν πραιτοριανή φρουρά: μ’ ένα μου νεύμα πέφτουν στην πυρά. είμαι απ’ τους τελευταίους ποιητές, σε λίγο οι ρίμες θα γίνουνε φωτιές. λαχταρώ να κάψω, να κάψω.

κλικ κλακ. κρότου λάμψεις. του λόγου παύσεις. της ρίμας πάλη. τράβα σκανδάλη. στον δρόμο πάλι. κλικ κλακ. το όπλο σκιρτά. ποίημα του tupac. το αίμα κυλά. η μπότα χτυπά. το ραπ ξεκινά. κλικ κλακ. το soundsystem δονεί την πλατεία. μπάτσοι παραφυλάνε στη γωνία. τα b-boys παίρνουν τον δρόμο. κάνουν freeze στον χρόνο.

όταν μπαίνω στον κύκλο, οι λέξεις μου γίνονται tags στον τοίχο. η ρίμα είναι χρήμα, ο χρόνος ποίημα. γι’ αυτό κρύβω επίθετα κάτω απ’ το στρώμα. παζαρεύω τις παρασκευές, μετρώ τις μέρες με μετοχές. ο φασισμός απλώνεται σ' όλη την πόλη σαν πανώλη. εγώ βουτώ ποιήματα στην αιθανόλη. αν με κάψεις μην ξεχάσεις ρίμα ν’ ανάψεις.

***

κάθε αγόρι είναι αμαρτωλό. μην αγγίζεις τον εαυτό σου εκεί χαμηλά. ο θεός συγχωρά μόνο όποιον για την αγάπη του πονά. η μητέρα κοιτά από ψηλά. σκύψε και προσευχήσου πίσω από το ιερό. μπρος στη δικιά σου ομορφιά ακόμα κι ο άγιος σκιρτά. μεριμνάς και τυρβάζη περί πολλά, η γκάβλα θρέφει το θεό. θα μπω και θα βγω, είπε ο παπάς στο αγόρι.

εγώ είμαι της κάνης κόρη. γονάτισε εδώ, στου αντάρτη τη σκιά. εμπρός, φίλα το σταυρό που έχεις στο λαιμό. βίασες γυναίκες, σκότωσες παιδιά, τώρα ήρθε η δική σου η σειρά. τρεις μεσημβρινούς απ’ την πατρίδα σου μακριά. μαζί θα μας ρίξουν σε τάφο ομαδικό. το αίμα θρέφει το θεό. θα μπω και θα βγω, είπε η σφαίρα στον καραβανά.
-----------------------------------------------(έργο σε εξέλιξη)
[The New Beat]

OSTGUT

Πες μου, στα πόσα bpm χτυπάει το Σάββατο;
Ο dj βαθιά τη βελόνα στο βινύλιο βουτά
Το σονέτο απλώνεται σε κάθε χαρακιά
Πες μου, στα πόσα bpm χτυπάει το Σάββατο;

Οι ίαμβοι μέσα στo κλαμπ σαν μπάσα λιώνουν
Στα τέσσερα τέταρτα εγώ παραπαίω, ενώ εσύ
Στο dancefloor κινείσαι υπέροχα στροβοσκοπική
Γύρω μας σώματα στην κόψη του ρυθμού ιδρώνουν

Αν ήσουν σελήνη, εγώ θα μάτωνα πρώτος
Οι καρδιές μας συγχρονίζονται στην πίστα
Το beat πλέον ορίζει του αίματος τη ροή

Από άμπωτη σε πλήμμη αλλάζεις στη στιγμή
Τα δάχτυλά σου διώχνουν μακριά τη νύστα
Το τέλειο ζευγάρι είστε, εσύ κι ο πόθος

Κορμιά φωτορρυθμικά πλέκουν και ξεπλέκουν
Οι φερεμόνες μάς σπρώχνουν στο ημίφως
Στο τσιμέντο επάνω γινόμαστε αναλογικοί

Απ’ το στόμα σου ένζυμα και σίκαλη βγαίνουν
Μου λες, πεθύμησα του ήλιου το φως
Ήρθε πια η ώρα να πέσουν οι σφυγμοί

Στα πόδια του πρωινού το κλαμπ μάς πετά
Δράκοι ξεπηδούν απ’ τον λαιμό του πορτιέρη
Η πόλη άυπνη πάνω στα χείλη σου σκιρτά
Κάθε σου βήμα φέρνει πιο κοντά το καλοκαίρι

Οι λέξεις χωλαίνουν στη ζάλη της αυγής
Σαν επιφώνημα χάνεσαι στη βουή του μετρό
Ενώ στο βλέμμα σου αποχαιρετισμούς μετρώ
Η αγάπη ηχεί σαν κούφια λέξη Κυριακής

[The New Beat]

ΕΝΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΓΙΑ ΤΗ ΜΠΕΛΑ

H Μπέλα άφησε πίσω άντρα και παιδί
Κάργκο την βάλαν σε πλοίο για χώρα μακρινή
Δίχως ούτ’ ένα χαρτί, πεταμένη σ’ ένα αμπάρι
Πριν πάρει πρέφα πού ήταν το πλοίο είχε σαλπάρει
Αυτή και άλλες δέκα δεμένες διασχίσαν τον ωκεανό
Κάθε πρωί λιγοστό τάισμα, μια κούπα με νερό
Οι ναύτες τις κλωτσάγανε συχνά στον πισινό
Ύπνος γεμάτος εφιάλτες σε στρώμα από σανό

---Η Μπέλα ζούσε ευτυχισμένη στην Αργεντινή
---Πού να ’ξερε τι είναι η κρεατομηχανή

Τη Μπέλα σε κλουβί κλείσαν στην επαρχία
Με στόχο απ’ το κορμί της να βγει υπεραξία
Το κρέας της ήταν τρυφερό, το δέρμα της σφιχτό
Αλλά τη Μπέλα δεν πλησίαζε ούτ’ ένα αρσενικό
Τώρα πια την ταΐζανε τρεις-τέσσερις φορές τη μέρα
Δυο-δυο της χώνανε τις σύριγγες στα κωλομέρια
Σ’ ένα μήνα έγινε παχουλή, τροφαντή, ζουμερή
Συνήθισε πια να τρώει αλεσμένη την τροφή

---Η Μπέλα ζούσε ευτυχισμένη στην Αργεντινή
---Ντουγρού την στείλαν στην κρεατομηχανή

Τη Μπέλα σε παράνομο σφάξανε σφαγείο
«Κρέας ελληνικό» της γράψαν στο κρανίο
Κομμάτια θα την βρείτε στο κρεοπωλείο
Κι ό,τι μείνει θα το φάτε στο ταχυφαγείο
Κρέας φρέσκο, ζουμερό, γεμάτο διοξίνη
Πού να το ξέρει η γριά που τον παρά της δίνει
Στον χασάπη της γειτονιάς έχει εμπιστοσύνη
Μ’ αυτός φαρμάκι την ταΐζει μέσα σε πρωτεΐνη

---Η Μπέλα ζούσε ευτυχισμένη στην Αργεντινή
---Κιμά την έκανε την καψερή η κρεατομηχανή

[The New Beat]

ΔΩΣΤΕ ΜΟΥ ΕΝΑΝ ΑΝΘΡΩΠΟ

Δώστε μου έναν άνθρωπο να με σκεπάσει,
--κρύο αέρα μπάζει η μοναξιά μου.
Όσο κι αν σκάβω στην κοιλιά μου βρίσκω
----------μόνο πέτρες.
(Ίσως θα έπρεπε να σκάψετε κι εσείς μαζί μου.)
Στο δρόμο για το πρόσωπό μου μαζεύω
----------λίθους με τη φούχτα.
Γι’ αυτό σας λέω, δώστε μου έναν άνθρωπο!
Να ξαπλώσω πάνω του
----------σε όλους τους μεσημβρινούς
---------------και τους παράλληλούς μου.
Να ξεκουραστώ,
----------να πιω τον ιδρώτα του,
---------------να κοιμηθώ.
Αφήστε με να χαρώ για λίγο αυτή τη χνουδωτή
-----------ζεστασιά.

Δώστε μου κι εμένα έναν άνθρωπο!
--Έναν άνθρωπο με αιτία.
Μια καρδιά που δεν λειτουργεί με βαλβίδα,
--μια ματιά που δεν ιδρώνει σαν μελάνι.
Κάποιον που να γράφει ανθρώπινα ποιήματα
--ή, έστω, να δακρύζει όταν ακούει
----------τον Pharoah Sanders
---------------στην αναπνοή του.
Είναι πράγματι τρομερό να χάνεις
----------τρία δάχτυλα
---------------μέσα σε τόσο κόσμο.

Δώστε μου έναν άνθρωπο να με βοηθήσει,
--καθώς μπαίνω και βγαίνω από τα χέρια μου,
--καθώς μου πέφτουν τα πανταλόνια
----------ή πατάω τα κορδόνια της ετερότητάς μου.
Κοιτάξτε πώς κρυώνουν τα βήματά μου
----------καθώς αφήνω πίσω μου την Καλλιδρομίου
---------------με μία πιλάλα.
(Αυτή η έλλειψη ασφάλτου μέσα μου
----------μ’ αφήνει άφωνο
---------------πολλές φορές.)

Δώστε μου έναν άνθρωπο που μέσα του ηχούν
----------τρία ακόρντα.
Έναν άνθρωπο να ταλαντώσει το φύλο μου
----------μέσα στην παγωνιά του Α7.
-Χρειάζομαι το μπαστούνι της για να περπατήσω στο φως.
-Χρειάζομαι τα ψέματά της για να περπατήσω στο σκοτάδι.
Δεν υπάρχει κάποιος άνθρωπος και για μένα;
Δώστε μου όποιον θέλετε!
Ακόμα κι αυτόν που κοιμάται όρθιος
----------ρουθουνίζοντας.
Τουλάχιστον εκείνη που γρατζουνάει τη θλίψη μου
----------με τα νύχια των ποδιών της.
Αυτή σίγουρα είναι για μένα!
--Ή δώστε μου έστω την αγκαλιά της, μαζί με ένα
----------εγχειρίδιο ανάγνωσης.

--Τώρα που έγιαναν οι πληγές στις παλάμες μου
----------μπορώ να προσευχηθώ στους ανθρώπους,
ντυμένος με τα ρούχα της Κυριακής.

[Ποιήματα βουτηγμένα στη βενζίνα]

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΕΝΟΣ ΕΡΓΑΤΗ

Σκουντουφλάνε στον ίσκιο τους και βράζουνε τον πόνο τους σε τσουκάλια
Είναι άνθρωποι, μια πιθαμή κοντύτεροι απ’ την αλήθεια
Έχουν πρησμένη την κοιλιά και τροχισμένο το βλέμμα
Το πρωί κλωτσάνε σα σκυλιά, το βράδυ σκορπίζουν σαν βελόνες
Στρώνουν χάμω τα πετσιά τους
Τρώνε τα χέρια τους στα τραπέζια
Οι συμφορές τους στοιβάζονται
Μετρούνται πόντο-πόντο
Ύστερα λησμονούνται
Ένα αλφαβητάρι κρατάνε κάτω από το μαξιλάρι τους
για να μην τους βρει ο θάνατος

Στο στήθος μου ψάχνουνε για σφαίρες
Βρίσκουν μία, χτυπάνε τις καμπάνες
Βρίσκουν δύο, λύνονται στα γέλια
Βρίσκουν τρεις, με σημαδεύουν με τη γλώσσα
Το σώμα μου ξηλώνουν λες και ψάχνουν για ζεστασιά
Σαν σπασμένα γυαλιά μαζεύουν από κάτω τα βήματά μου
Αχ, είναι τόσοι πολλοί! Αχ, είναι τόσες πολλές!
Δεν μπορώ καν να τους δω!
Δεν μπορώ καν να τους ακούσω!

Μακάρια η γυναίκα που τα χείλη της έσκασε το κρύο
Γιατί αυτή θα μας πει πώς γεννιέται ένα φιλί
Μακάριος ο άντρας που δουλεύει στα ναυπηγεία
Γιατί αυτός θα μας κληροδοτήσει τις θάλασσες
Γιατί αυτός θα πει παραμύθια στις τρικυμίες
Μακάριος αυτός που δεν κουβαλάει βαλίτσες
Γιατί αυτός θα μας κρατήσει απ’ το χέρι
Μακάριος αυτός που έπεσε γιατί πάτησε τα κορδόνια του
Αυτός που σκουπίζει τα δάκρυά του στα λεωφορεία
Αυτός που έκοψε ένα δάκτυλο στη μηχανή
Γιατί αυτοί θα μας φέρουν νερό και κρασί
Μακάρια η φουρνάρισσα, μακάρια η μαγείρισσα
Γιατί αυτές θα ταΐσουν τα παιδιά μας
Μακάρια η μοδίστρα, μακάρια η ράφτρα
Γιατί αυτές θα ζεστάνουν τα κορμιά μας
Μακάριος ο κλέφτης, μακάριος ο ληστής
Γιατί αυτοί θα μοιράσουν δίκαια τον χρόνο
Μακάρια η γυναίκα που κάνει ορθογραφικά λάθη
Γιατί αυτή θα επινοήσει τη νέα γραμματική
Μακάρια η ποιήτρια που διαβάζει Vallejo
Γιατί αυτή θα κάνει τα λόγια μας ανάσες

Κοίτα με, σκόνταψα ξανά ανάμεσα σε ανθρώπους
Έστυψα τις γροθιές μου στο θάνατο ενός εργάτη

[Ποιήματα βουτηγμένα στη βενζίνα]

ΟΙ ΜΙΚΡΟΑΣΤΟΙ ΦΟΒΟΥΝΤΑΙ ΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ*

Οι μικροαστοί φοβούνται την επανάσταση
Φοβούνται
Φοβούνται
Οι μικροαστοί ονειρεύονται
Οι μικροαστοί ονειρεύονται να γίνουν μπουρζουάδες
Ονειρεύονται ένα σπιτάκι με κήπο στη εξοχή
Να καλλιεργούν τα ζαρζαβατικά τους
Να ταΐζουν βιταμίνες τα παιδιά τους
Οι μικροαστοί ονειρεύονται, ονειρεύονται
Να βρουν στα τριάντα τους ένα καλό παιδί
Να γείρουν στον ώμο του, να νιώσουν ασφαλείς
Να αράξουν δίπλα του για μια ολόκληρη ζωή
Οι μικροαστοί ονειρεύονται μια ζωή δίχως δόσεις
Τον τόκο να τρέχει στις καταθέσεις
Οι μικροαστοί ονειρεύονται και ονειρεύονται
Βόλτες στη λιακάδα τις Κυριακές
Τάβλι στην πλατεία, περατζάδα στην παραλία
Στο ψυγείο να παγώνει ο φραπές
Οι μικροαστοί ονειρεύονται, ονειρεύονται
Να στείλουν τα παιδιά τους σε μια καλή σχολή
Να γίνουν δικηγόροι, στελέχη ή γιατροί
Οι μικροαστοί ονειρεύονται σύνταξη στα εξήντα
Μια ζωή ανέφελη, ήσυχη, καθαρή
Χωρίς πολλές σκοτούρες, έγνοιες, τσακωμούς
Χωρίς πολλά σάλια, εκκρίσεις και καημούς
Οι μικροαστοί ονειρεύονται, ονειρεύονται
Μα ποτέ δεν ονειρεύονται την επανάσταση
Οι μικροαστοί φοβούνται την επανάσταση
Οι μικροαστοί φοβούνται
Οι μικροαστοί παίζουν
Παίζουν Πάμε Στοίχημα και τυχερά παιχνίδια
Παίζουν τα φώτα στα κορίτσια, ενώ ξύνουν τ’ αρχίδια
Όταν ακούνε φασαρία, ρωτάνε: Τι παίζει;
Οι μικροαστοί παίζουν, παίζουν
Το παίζουν ντόμπροι και καλοί νοικοκυραίοι
Το παίζουν μάγκες και ωραίοι
Όταν τα πράγματα ζορίζουν, το παίζουνε μαλάκες
Οι μικροαστοί δεν μπορούν τα ζόρια
Οι μικροαστοί τα παίζουν όταν στριμωχτούν
Οι μικροαστοί φοβούνται την επανάσταση
Φοβούνται
Οι μικροαστοί θυμώνουν
Θυμώνουν όταν τους χαλάνε τη βολή τους
Όταν τους ενοχλούν την ώρα που τρώνε το φαΐ τους
Θέλουν να περνάνε καλά
Όπως αρμόζει στα λαϊκά παιδιά
Οι μικροαστοί θυμώνουν, θυμώνουν, θυμώνουν
Θυμώνουν όταν τους παίρνουν τη θέση στο πάρκινγκ
Όταν δεν πετυχαίνουν κάτι καλό στο ζάπινγκ
Θυμώνουν όταν ντροπιάζονται μπροστά στ’ αφεντικό
Όταν σε κάποιον άλλον κάνουν αύξηση στον μισθό
Θυμώνουν με την κυβέρνηση και τους υπουργούς
Με τους πολιτικούς βγάζουν απ’ τα αυτιά καπνούς
Οι μικροαστοί θυμώνουν και θυμώνουν
Θυμώνουν με τους μετανάστες
Βγάζουν τον θυμό τους πάντα στον πιο αδύναμο
Ποτέ στον πιο δυνατό
Οι μικροαστοί φοβούνται την επανάσταση
Φοβούνται
Φοβούνται
Φοβούνται
Οι μικροαστοί φοβούνται την επανάσταση
Θα χάσουν τη θέση τους μπροστά στην τηλεόραση
Οι μικροαστοί φοβούνται την επανάσταση
Η επανάσταση θα παρασύρει τα πάντα στο διάβα της
Οι μικροαστοί φοβούνται τις αλλαγές
Δεν θέλουν να χάσουν τον ζεστό τους καναπέ
Οι μικροαστοί φοβούνται την επανάσταση
Θα χάσουν τις αλυσίδες τους
Το αυτοκίνητο, το διαμέρισμά τους
Ξέρεις, έχουν υποθηκεύσει την εργασία τους γι’ αυτά
Οι μικροαστοί φοβούνται
Φοβούνται να μιλήσουν στον ξένο
Ν’ ανοίξουν την πόρτα τους στον πεινασμένο
Οι μικροαστοί φοβούνται τον ίσκιο τους στο δρόμο
Θέλουν σε κάθε γωνία να βλέπουν κι από έναν αστυνόμο
Οι μικροαστοί φοβούνται την επανάσταση
Οι μικροαστοί δεν πιστεύουν ότι υπάρχουν μικροαστοί
Ο κομμουνισμός απέτυχε, η ταξική πάλη ήταν ψέμα
Οι μικροαστοί ξέρουν
Ότι στην επανάσταση θα χυθεί αίμα
Το δικό τους αίμα
Οι μικροαστοί ξέρουν
Ότι κάποιοι θα πεθάνουν στην επανάσταση
Οι μικροαστοί
-------φοβούνται
---------------την
--------------------επανάσταση

* υπό την επήρεια του omar ben hassen και των τελευταίων ποιητών

[The New Beat]

Παρασκευή

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

Είμαι ένας γαμημένος μουσουλμάνος
Γροθιά, κνήμη, πούτσος
Δε θα γυρίσω πίσω στην πατρίδα μου
(δεν έχω πατρίδα)
Είμαι μια υγειονομική απειλή
Ένα μίασμα
Δεν ανήκω σε καμιά πολιτισμένη φυλή
Τι χαλάει την εικόνα της χώρας σας;
Το χρώμα ή τα δόντια μου;
Στο στήθος μου γεμάτα μετανάστες
Ξωκοίλουνε τα σαπιοκάραβα
Στην πλάτη μου ξεκινάνε εμφύλιοι πόλεμοι
Αντάρτες ξεπηδούν από τα πλευρά μου
Γιατροί με τη συνοδεία μπάτσων
Βάζουν αγγελίες θανάτου στο κορμί μου
Επικηρύσσουν την κάθε μου έκκριση
Την ώρα που εγώ επανεφεύρω τη σύφιλη
Αυτοί διαλαλούνε την ασφάλεια
Επιτροπές κατοίκων ετοιμάζουν πογκρόμ
Τα μεροκάματα πέφτουν
Οι εργολάβοι αγοράζουν
Η σιωπηλή πλειοψηφία αλλάζει κανάλι
Mε τα χέρια γεμάτα αίμα
Οι καλοί και ευαίσθητοι άνθρωποι
Αγοράζουν το φόβο σε μπουκαλάκια
Φυλάνε το σώμα τους στην τράπεζα για τόκο
Ο ιμπεριαλισμός των μικροαστών

Είμαι ένας γαμημένος μουσουλμάνος
Γροθιά, κνήμη, πούτσος
Σ’ αυτή τη χώρα
Βιάζουν τους μετανάστες
Καίνε τους ποιητές
Ο μπαλτάς της ελληνικής δημοκρατίας
Τεμαχίζει, τεμαχίζει, τεμαχίζει
Κάτω από την κόψη του σπαθιού
Την τρομερή
Θα ζήσετε
Χίλια χρόνια
Καθαροί

[Ποιήματα βουτηγμένα στη βενζίνα]

Σάββατο

ΠΑΙΔΙ/ΦΑΝΑΡΙ

Σε ξέρω καλά
Με κοιτάς μέσα από τα φιμέ τζάμια
Καθώς σου καθαρίζω το παμπρίζ
Μαρσάρεις ανυπόμονα
Περιμένοντας το φανάρι
Ν’ ανάψει πράσινο
Χαϊδεύεις το δέρμα του τιμονιού
Τα μπάσα παίζουν στο τέρμα
Πίσω από τα μαύρα σου γυαλιά
Με κοιτάς με βλέμμα περιφρονητικό
Σε ξέρω καλά
Δεν αξίζω τίποτα για σένα
Ούτε καν το μισό ευρώ
Που κρατάς ανάμεσα σε δείκτη και μεσαίο
Ανοίγεις το παράθυρο βιαστικά
Δεν γυρίζεις καν να με κοιτάξεις
Σε ξέρω καλά
Μα εσύ δεν ξέρεις
Ότι καθώς απλώνω το αριστερό χέρι
Ανοιχτό
Στο δεξί κρατώ σφιχτά
Ένα μαχαίρι

[Ποιήματα βουτηγμένα στη βενζίνα]

ΑΥΤΟΠΡΟΣΩΠΟΓΡΑΦΙΑ

Σήμερα το πρωί η ευτυχία μού χτύπησε το παράθυρο
Στο λαιμό φόραγε διαμάντια
Την αγνόησα
Γύρισα πλευρό
Την βλαστήμησα
Όχι, δε θα γίνω δολοφόνος γι’ αυτήν

Κάθε πρωί τρώω τον πόνο με κορνφλέικς
Κάθε βράδυ αμφισβητώ τη λογική μου
Θέλω να γίνω καλοκαίρι
Να τρέχω ολόγυμνος στις παραλίες
Όλοι να με θαυμάζουν

Ο θεός είναι άξιος συμπαραστάτης μου
Προσεύχεται σε μένα
Τρώει από το σώμα μου
Πίνει από το αίμα μου
Μερικές φορές κάθεται στα πόδια μου
Του χαϊδεύω τα μαλλιά

Έγνοιες, συμπόνια, τύψεις δεν σημαίνουν τίποτα για μένα
Κάθε Κυριακή διαβάζω επικήδειους σε εκκλησίες
Συγνώμη, δεν παίρνω παραγγελίες
Κάθε φορά που ακούω τη λέξη ειρήνη
Κοιμάμαι με ένα όπλο κάτω από το μαξιλάρι

Jazra Khaleed είναι το όνομά μου
Αγία πουτάνα
Μπάσταρδος ποιητής
Κάποιες φορές πολεμιστής, τις περισσότερες δειλός
Ξέρω ποιος είμαι
Έχω σπιλώσει την τιμή κάθε έντιμης οικογένειας
Έχω πηδήξει κάθε τηλεπαρουσιάστρια
Οι παρομοιώσεις είναι το δυνατό μου σημείο
Έχω μαζέψει κατάρες από κάθε καταραμένο ποιητή

Δείξε μου μια γυναίκα κι εγώ θα την γονιμοποιήσω
Ή έναν ήλιο και θα τον θαμπώσω
Δώσε μου μια πατρίδα κι εγώ θα την προδώσω
Ή θα δολοφονήσω τον τύραννο
Και θα διαπομπεύσω τον πρωθυπουργό
Κλείσε μου εμφανίσεις σε τσίρκο
Ή σε διεθνή φεστιβάλ λογοτεχνίας
Βρίσε με, φτύσε με κι εγώ θα σταυρωθώ για χάρη σου
Δίδαξέ με ξένες γλώσσες και τυφλό σύστημα
Ανάγκασέ με να διαβάζω εφημερίδες και να βλέπω τηλεόραση
Μάθε μου κολακείες και γαλιφιές
Γιατί σε κάτι πρέπει να χρησιμεύουν και οι ποιητές

Γράφω για τους ανέστιους, τους ξυπόλητους, τους πένητες
Τους τελευταίους στη σειρά
Να κυλιέμαι στο πεζοδρόμιο και να ξερνάω έξω από μπαρ
Αυτό μόνο αξίζει

Είμαι μια υπόσχεση που κανείς δε θα κρατήσει

[Ποιήματα βουτηγμένα στη βενζίνα]

Παρασκευή

Ο πρώτος θάνατος του πυγμάχου και ποιητή Γιάζρα Χάλεντ

........
Θα έχω το τέλος μετανάστη από την Τσετσενία
Θα με βρείτε πεταμένο στα σκουπίδια
Με το λαιμό κομμένο και τα χέρια κρύα
Στην πλατεία θα πουν: Αναπαύτηκε εν πολέμω
Κι αν διαδώσετε το λόγο μου στα πέρατα της γης
εγώ σαν πάνθηρας θα επιστρέψω μια ωραία πρωία

Θα έχω το τέλος πόρνης από τη Σενεγάλη
Θα με βρείτε πεταμένο στον ακάλυπτο
Με μια σφαίρα μπάτσου στο κεφάλι
Στην πλατεία θα πουν: Μακάριοι οι πολεμοποιοί
Κι αν μου φορτώσετε τις αμαρτίες των ποιητών
εγώ απ’ τις στάχτες τους θα γεννηθώ και πάλι

[Ποιήματα βουτηγμένα στη βενζίνα] ........