Δεν έχω ανθρώπους
Οι αρουραίοι που κρατάτε μου τρώνε τα χείλη
Η μοναξιά μου σαν ακονισμένο ξυράφι
Πάνω στην γυμνή σας καρωτίδα ακουμπάει
Σπόνσορας μου η Gillette
Μη με μπερδεύεις για Σάββατο
Είμαι απλά μια γαμημένη Τρίτη
Χωρίς ήλιο
Χωρίς βροχή
Αλλά με τα στήθη γεμάτα γάλα
Το κεφάλι γεμάτο λέξεις
Ενάντια κεφαλών γεμάτων νομισμάτων
Ακολούθησέ με
Αν θες να δεις τη φάτσα σου στο YouTube
Μα θέλω να ξέρεις
Αυτές τις λέξεις τις έγραψα με τα γυμνά μου χέρια
Σε έναν κόσμο που τον κυβερνάνε μάτια
Στραμπούληξα το μεσαίο μου δάκτυλο
Προσπαθώντας να γράψω τη λίστα όλων εκείνων που μισώ
Μα θέλω να ξέρεις
Αυτά τα ποιήματα τα έγραψα με τα γυμνά μου χέρια
Πάνω στο λαιμό του αφεντικού μου
Τα πιτσιρίκια στους δρόμους σε λίγο θα φωνάζουν το όνομά μου
Jazra Khaleed: η πουτάνα της ποίησης
Το όνομά μου ήταν Παναγιώτης - τι σιχασιά
Θέλησα να ξεπλύνω από πάνω μου την ντροπή του λευκού αρσενικού
Επιτρέψτε μου όμως να κρατήσω
Λίγη από τη βαρβαρότητα ενός καλού χριστιανού – προκαταβολικά
Εγώ είμαι ο Jazra
Τραμπούκος ποιητής
Γνωστός άγνωστος
Μετανάστης προλετάριος
Γιος μουσουλμάνας
Πατέρας κανενός
Εσύ ποια είσαι;
Εσύ ποιος είσαι;
[Ποιήματα βουτηγμένα στη βενζίνα]
thepoetrysyndicate@gmail.com
Σάββατο
WÖRTER
Δεν έχω πατρίδα
Κατοικώ μέσα στις λέξεις
Μαυροφορεμένες
Αιχμάλωτες
Mustapha Khayati, με ακούς;
Στην γλώσσα εδρεύει η εξουσία
Μέσα της περιπολεί η αστυνομία
Δεν χρειαζόμαστε άλλους ποιητικούς κύκλους
Δεν χρειαζόμαστε άλλους σεφέρηδες
Στη γειτονιά μου θυσιάζουν τους παρθένους ποιητές
Ράπερς με σκονισμένα μάτια και φαρδιά παντελόνια
Σπρώχνουν ρίμες σε πιτσιρίκια που σνιφάρουν λέξεις
Να πέφτεις και να ξανασηκώνεσαι: η τέχνη του ποιητή
Jean Genet, με ακούς;
Οι λέξεις μου είναι άστεγες
Κοιμούνται στα παγκάκια της Κλαυθμώνος
Σκεπασμένες με χαρτόκουτα από το Ikea
Οι λέξεις μου δεν μιλάνε στις ειδήσεις
Κάνουν πεζοδρόμιο κάθε βράδυ
Οι λέξεις μου είναι προλετάρισσες, σκλάβες όπως εγώ
Δουλεύουνε στα φασονάδικα, μέρα-νύχτα
Δεν θέλω άλλα μοιρολόγια
Δεν θέλω άλλα ρήματα που ν’ ανήκουν στον άμαχο πληθυσμό
Χρειάζομαι μια καινούργια γλώσσα, όχι νταβατζιλίκια
Περιμένω μια επανάσταση να με εφεύρει
Ποθώ την γλώσσα του ταξικού ανταγωνισμού
Μια γλώσσα που έχει γευτεί την εξέγερση
Θα την κατασκευάσω!
Αχ, τι αλαζονεία
Εντάξει, φεύγω
Μα κοίτα, στο πρόσωπό μου χαράζει η αυγή μιας νέας ποίησης
Καμιά λέξη δε θα μείνει αιχμάλωτη πίσω
Αναζητώ ένα πέρασμα
[Ποιήματα βουτηγμένα στη βενζίνα]
Κατοικώ μέσα στις λέξεις
Μαυροφορεμένες
Αιχμάλωτες
Mustapha Khayati, με ακούς;
Στην γλώσσα εδρεύει η εξουσία
Μέσα της περιπολεί η αστυνομία
Δεν χρειαζόμαστε άλλους ποιητικούς κύκλους
Δεν χρειαζόμαστε άλλους σεφέρηδες
Στη γειτονιά μου θυσιάζουν τους παρθένους ποιητές
Ράπερς με σκονισμένα μάτια και φαρδιά παντελόνια
Σπρώχνουν ρίμες σε πιτσιρίκια που σνιφάρουν λέξεις
Να πέφτεις και να ξανασηκώνεσαι: η τέχνη του ποιητή
Jean Genet, με ακούς;
Οι λέξεις μου είναι άστεγες
Κοιμούνται στα παγκάκια της Κλαυθμώνος
Σκεπασμένες με χαρτόκουτα από το Ikea
Οι λέξεις μου δεν μιλάνε στις ειδήσεις
Κάνουν πεζοδρόμιο κάθε βράδυ
Οι λέξεις μου είναι προλετάρισσες, σκλάβες όπως εγώ
Δουλεύουνε στα φασονάδικα, μέρα-νύχτα
Δεν θέλω άλλα μοιρολόγια
Δεν θέλω άλλα ρήματα που ν’ ανήκουν στον άμαχο πληθυσμό
Χρειάζομαι μια καινούργια γλώσσα, όχι νταβατζιλίκια
Περιμένω μια επανάσταση να με εφεύρει
Ποθώ την γλώσσα του ταξικού ανταγωνισμού
Μια γλώσσα που έχει γευτεί την εξέγερση
Θα την κατασκευάσω!
Αχ, τι αλαζονεία
Εντάξει, φεύγω
Μα κοίτα, στο πρόσωπό μου χαράζει η αυγή μιας νέας ποίησης
Καμιά λέξη δε θα μείνει αιχμάλωτη πίσω
Αναζητώ ένα πέρασμα
[Ποιήματα βουτηγμένα στη βενζίνα]
ΝΕΚΡΗ ΦΥΣΗ
Το μεσημέρι είναι ζεστό. Με ακρωτηριάζει
Έχω να φάω δύο μέρες. Εγκυμονώ μια καταιγίδα
Στη γειτονιά μου δεν παίζουνε παιδιά
Οι εραστές φορούν καπέλα τζόκεϊ
Είναι επίπεδοι. Όπως και τα φιλιά τους
Είναι ατσαλάκωτοι
Περπατούν στους δρόμους με τους αγκώνες σε πλήρη έκταση
Στη γειτονιά μου τα γεγονότα είναι κολλημένα στους τοίχους
Η ευτυχία σαπίζει σαν σφαίρα στο στομάχι μπάτσου
Στο σφαγείο της καθημερινότητας εγώ πουλάω μπαλτάδες
Γράφω ένα ποίημα κάθε φορά που πηγαίνω από το σπίτι μου στο μετρό
Αναμένω μια συγκίνηση
[Ποιήματα βουτηγμένα στη βενζίνα]
Έχω να φάω δύο μέρες. Εγκυμονώ μια καταιγίδα
Στη γειτονιά μου δεν παίζουνε παιδιά
Οι εραστές φορούν καπέλα τζόκεϊ
Είναι επίπεδοι. Όπως και τα φιλιά τους
Είναι ατσαλάκωτοι
Περπατούν στους δρόμους με τους αγκώνες σε πλήρη έκταση
Στη γειτονιά μου τα γεγονότα είναι κολλημένα στους τοίχους
Η ευτυχία σαπίζει σαν σφαίρα στο στομάχι μπάτσου
Στο σφαγείο της καθημερινότητας εγώ πουλάω μπαλτάδες
Γράφω ένα ποίημα κάθε φορά που πηγαίνω από το σπίτι μου στο μετρό
Αναμένω μια συγκίνηση
[Ποιήματα βουτηγμένα στη βενζίνα]
Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΑΠΟΨΕ
Απόψε ο θάνατος θα χηρέψει
Τα πολυβόλα δε λένε να ξεκαβλώσουν
Στρατιώτες γυρίζουν πίσω στις πατρίδες τους
Ευνουχισμένοι
Λειψοί
Δε θα πυροβολήσουν πια
Δε θα βιάσουν πια
Στα δάχτυλά τους κολλάει ο θάνατος σαν ρετσίνι
Ο δικός τους θάνατος
Οι μέρες σταματάνε σε μπλόκο μπάτσων
Είναι μουσουλμάνες μανάδες
Δεν έχουν χαρτιά, τις απελαύνουν
Απόψε ο θάνατος θα χηρέψει
Είδα την ειρήνη να βγάζει τα φρύδια της
Λίγο πριν ανέβει στην σκηνή
Μασουλώντας ποπ-κορν
Το πλήθος στην πλατεία
Χειροκροτεί βομβαρδισμούς αμάχων
Δολοφονίες μεταναστών
Τη νίκη του πολιτισμού
Τον θρίαμβο της δημοκρατίας
Το πρωτοκοσμικό στριπτίζ
Απόψε ο θάνατος θα χηρέψει
Κραυγές ατιμασμένων γυναικών βουβαίνουν τα αυτιά μου
Βόμβες διασποράς χουζουρεύουν στο στομάχι μου
Εγώ διαφεντεύω την σελήνη
Εγώ ορίζω την παλίρροια
Μπάτσοι προσπαθούν να φυλακίσουν την αστρολογία μου
Ένας ακόμα ακήρυχτος πόλεμος
Τα μάτια των παιδιών φέγγουν μαύρα στους προβολείς των Apache
Γεμάτα στάχτες
Γεμάτα μίσος
Αμείλικτα
Η λήθη πουλάει ακόμα μια γενοκτονία στο eBay
Το αύριο είναι ήδη μια λέξη δίχως μέλλον
Ο θάνατος απόψε
[Ποιήματα βουτηγμένα στη βενζίνα]
Τα πολυβόλα δε λένε να ξεκαβλώσουν
Στρατιώτες γυρίζουν πίσω στις πατρίδες τους
Ευνουχισμένοι
Λειψοί
Δε θα πυροβολήσουν πια
Δε θα βιάσουν πια
Στα δάχτυλά τους κολλάει ο θάνατος σαν ρετσίνι
Ο δικός τους θάνατος
Οι μέρες σταματάνε σε μπλόκο μπάτσων
Είναι μουσουλμάνες μανάδες
Δεν έχουν χαρτιά, τις απελαύνουν
Απόψε ο θάνατος θα χηρέψει
Είδα την ειρήνη να βγάζει τα φρύδια της
Λίγο πριν ανέβει στην σκηνή
Μασουλώντας ποπ-κορν
Το πλήθος στην πλατεία
Χειροκροτεί βομβαρδισμούς αμάχων
Δολοφονίες μεταναστών
Τη νίκη του πολιτισμού
Τον θρίαμβο της δημοκρατίας
Το πρωτοκοσμικό στριπτίζ
Απόψε ο θάνατος θα χηρέψει
Κραυγές ατιμασμένων γυναικών βουβαίνουν τα αυτιά μου
Βόμβες διασποράς χουζουρεύουν στο στομάχι μου
Εγώ διαφεντεύω την σελήνη
Εγώ ορίζω την παλίρροια
Μπάτσοι προσπαθούν να φυλακίσουν την αστρολογία μου
Ένας ακόμα ακήρυχτος πόλεμος
Τα μάτια των παιδιών φέγγουν μαύρα στους προβολείς των Apache
Γεμάτα στάχτες
Γεμάτα μίσος
Αμείλικτα
Η λήθη πουλάει ακόμα μια γενοκτονία στο eBay
Το αύριο είναι ήδη μια λέξη δίχως μέλλον
Ο θάνατος απόψε
[Ποιήματα βουτηγμένα στη βενζίνα]
ΕΡΩΤΙΚΟ
Κάνεις μασάζ στη ραχοκοκαλιά της άνοιξης
Όπως περιδινίζεσαι μες στο χρόνο
Το φιλί σου αφήνει κραγιόν στην επιφάνεια του ήλιου
Κάθε πρωί η μέρα αυτοκτονεί στο πρόσωπό σου
Κάθε φορά που ξυπνάω δίπλα σου, μου λείπεις όλο και πιο πολύ
Δεν μπορούμε να ξεμπλέξουμε τις καρδιές μας
Αρνείσαι να με χαρτογραφήσεις πια
Τα χέρια σου έχουν γίνει παράθυρα στο φωταγωγό
Εγώ έχω γίνει κάπως μελό
Κάθε απόγευμα ξάπλωνες δίπλα μου και ακούγαμε σαχλά ερωτικά τραγούδια
Προσποιούμασταν ότι είχαν γραφτεί για μας
Ήμασταν ασφαλείς ο ένας μέσα στον άλλον
Τώρα τα βλέμματά κόβουνε σαν πρωινά Δευτέρας
Τσαλαβουτάμε στα απόνερα εμμήνων εγωισμών
Ξεψειρίζουμε τις Ερινύες μας
Δεν αγάπησα πολλούς ανθρώπους
Μεγάλωσα πιστεύοντας ότι ήμουνα τρελός
Εσύ έθρεψες έναν έρωτα δίχως τις λέξεις
Έγινες το παρελθόν μου
Με έσπρωξες ένα βήμα
Με πέταξες στο λευκό χαρτί
Τώρα πρέπει να αντιμετωπίσω μόνος μου τον ήλιο
Ενώ εσύ περιδινίζεσαι μες στο χρόνο
Σ’ ακούω να μου λες ότι
Ακόμα κι οι σκιές έχουνε σκιές
[Ποιήματα βουτηγμένα στη βενζίνα]
Όπως περιδινίζεσαι μες στο χρόνο
Το φιλί σου αφήνει κραγιόν στην επιφάνεια του ήλιου
Κάθε πρωί η μέρα αυτοκτονεί στο πρόσωπό σου
Κάθε φορά που ξυπνάω δίπλα σου, μου λείπεις όλο και πιο πολύ
Δεν μπορούμε να ξεμπλέξουμε τις καρδιές μας
Αρνείσαι να με χαρτογραφήσεις πια
Τα χέρια σου έχουν γίνει παράθυρα στο φωταγωγό
Εγώ έχω γίνει κάπως μελό
Κάθε απόγευμα ξάπλωνες δίπλα μου και ακούγαμε σαχλά ερωτικά τραγούδια
Προσποιούμασταν ότι είχαν γραφτεί για μας
Ήμασταν ασφαλείς ο ένας μέσα στον άλλον
Τώρα τα βλέμματά κόβουνε σαν πρωινά Δευτέρας
Τσαλαβουτάμε στα απόνερα εμμήνων εγωισμών
Ξεψειρίζουμε τις Ερινύες μας
Δεν αγάπησα πολλούς ανθρώπους
Μεγάλωσα πιστεύοντας ότι ήμουνα τρελός
Εσύ έθρεψες έναν έρωτα δίχως τις λέξεις
Έγινες το παρελθόν μου
Με έσπρωξες ένα βήμα
Με πέταξες στο λευκό χαρτί
Τώρα πρέπει να αντιμετωπίσω μόνος μου τον ήλιο
Ενώ εσύ περιδινίζεσαι μες στο χρόνο
Σ’ ακούω να μου λες ότι
Ακόμα κι οι σκιές έχουνε σκιές
[Ποιήματα βουτηγμένα στη βενζίνα]
HOME, SWEET HOME
Ζούμε σε χρόνο δανεικό από τις χήρες της Srebrenica
Καραβανάδες επιστρέφουν σε φέρετρα τυλιγμένα με τη γαλανόλευκη
Σπείρανε κάλυκες. Τους θέρισαν ρωσικά RPG
Εν’, δυο, εν’, δυο, ένα στο δόξα πατρί – παίζουμε στρατιωτάκια ακούνητα;
Τα όπλα σας είναι φαλλοί. Θα τα ευνουχίσουν ανήλικες μουσουλμάνες
Νοικοκυραίοι δακρύζουν σε απευθείας σύνδεση με το δελτίο ειδήσεων του MEGA
Παπάδες στοιχισμένοι ψέλνουν την επιμνημόσυνη δέηση για τους βιαστές με τα κυανά κράνη - δεν υπάρχει μετάνοια γι’ αυτούς
Πολιτικοί στρώνουν τις φορεσιές τους
Ονειρεύονται γενοκτονίες με την ευγενική χορηγία της Texaco
It’s business as usual, baby!
Τα πατριωτικά λόγια μου προκαλούνε καύλες
Ελλάδα, σε βύζαξα, αλλά εσύ ποτέ δε με αγάπησες (όπως τα ναζί παιδιά σου)
Γι’ αυτό λέγε με ξένο
Είμαι η Μέδουσα, το καρατομημένο κεφάλι της μητριαρχίας
Είμαι ο γιος του Ρίντρα, προστάτης της οργής
Με έχει ευλογήσει ο Χριστός αυτοπροσώπως
Με μισούνε σαν κι αυτόν, τον άχρονο ξένο
Ναι, μιλάω σοβαρά, είμαι αυτός ο ξένος
Ο νούμερο ένα δημόσιος κίνδυνος
Είμαι το μαύρο χρώμα της εργασίας
Κατοικώ σε κάθε στιγμή της ιστορίας
Με πουλάνε στα φαρμακεία σε χάπια για τον φόβο
Με τα χέρια μου έχω ξεγεννήσει κάθε πολιτισμό
Μα πού βρίσκομαι εγώ σ’ αυτήν την μεταφορά;
Μένω πιστός στο πλευρό κάθε ελεύθερου σκοπευτή – τι δειλός
Είμαι ανήμπορος να σταματήσω τα πτώματα που συσσωρεύονται γύρω μου
Γεννάω πτώματα, γεννάω πτώματα. Ας με σταματήσει κάποιος
Από τους πόρους μου εκκρίνονται θάνατοι αμάχων
Κοροϊδεύω τη ζωή, την φτύνω, όταν γυρνάει την πλάτη
Της κλέβω τα adidas της, γιατί δεν είμαι κάποιος τυχαίος
Δε είμαι σαν κι αυτήν. Είμαι πριν από αυτήν
Μα πού είναι οι σύντροφοί μου;
Σε όλες τις μητροπόλεις
Σε όλες τις χώρες που ξεκινάνε με σίγμα
Μα που είναι οι σύντροφοί μου;
Οι σύντροφοί μου πεθαίνουν πριν την ώρα τους
Οι σύντροφοί μου εκτίουν άδικες ποινές
Οι σύντροφοί μου δολοφονούνται σε ορυχεία
Οι σύντροφοί μου γεμίζουν ομαδικούς τάφους
Οι σύντροφοί μου βασανίζονται σε στρατόπεδα συγκέντρωσης
Οι σύντροφοί μου πεθαίνουν εξαιτίας του χρόνου
Εφιάλτες ξεμοναχιάζουν τα όνειρά μου
Ονειρεύτηκα παιδιά να πετάνε πέτρες σε τεθωρακισμένα
Παιδιά ζωσμένα με εκρηκτικά
Παιδιά να παίζουνε κρυφτό κάτω από τους προβολείς των ελικοπτέρων
Στρατιώτες με την γαλανόλευκη στο μπράτσο τα σημάδευαν με αυτόματα
Όχι, όχι τα παιδιά, φώναζα
Τα παιδιά δεν είναι το μέλλον, είναι το παρελθόν όλων μας
Τα παιδιά έχουν μολυνθεί από το χρόνο, μου απάντησαν
Είναι αργά πια γι’ αυτά
Ελλάδα, Ελλάδα, Ελλάδα, μπάσταρδοι, έχω ξοφλήσει πια με σας, μπάσταρδοι
Πυροβολισμός
Πυροβολισμός
Πυροβολισμός
[Ποιήματα βουτηγμένα στη βενζίνα]
Καραβανάδες επιστρέφουν σε φέρετρα τυλιγμένα με τη γαλανόλευκη
Σπείρανε κάλυκες. Τους θέρισαν ρωσικά RPG
Εν’, δυο, εν’, δυο, ένα στο δόξα πατρί – παίζουμε στρατιωτάκια ακούνητα;
Τα όπλα σας είναι φαλλοί. Θα τα ευνουχίσουν ανήλικες μουσουλμάνες
Νοικοκυραίοι δακρύζουν σε απευθείας σύνδεση με το δελτίο ειδήσεων του MEGA
Παπάδες στοιχισμένοι ψέλνουν την επιμνημόσυνη δέηση για τους βιαστές με τα κυανά κράνη - δεν υπάρχει μετάνοια γι’ αυτούς
Πολιτικοί στρώνουν τις φορεσιές τους
Ονειρεύονται γενοκτονίες με την ευγενική χορηγία της Texaco
It’s business as usual, baby!
Τα πατριωτικά λόγια μου προκαλούνε καύλες
Ελλάδα, σε βύζαξα, αλλά εσύ ποτέ δε με αγάπησες (όπως τα ναζί παιδιά σου)
Γι’ αυτό λέγε με ξένο
Είμαι η Μέδουσα, το καρατομημένο κεφάλι της μητριαρχίας
Είμαι ο γιος του Ρίντρα, προστάτης της οργής
Με έχει ευλογήσει ο Χριστός αυτοπροσώπως
Με μισούνε σαν κι αυτόν, τον άχρονο ξένο
Ναι, μιλάω σοβαρά, είμαι αυτός ο ξένος
Ο νούμερο ένα δημόσιος κίνδυνος
Είμαι το μαύρο χρώμα της εργασίας
Κατοικώ σε κάθε στιγμή της ιστορίας
Με πουλάνε στα φαρμακεία σε χάπια για τον φόβο
Με τα χέρια μου έχω ξεγεννήσει κάθε πολιτισμό
Μα πού βρίσκομαι εγώ σ’ αυτήν την μεταφορά;
Μένω πιστός στο πλευρό κάθε ελεύθερου σκοπευτή – τι δειλός
Είμαι ανήμπορος να σταματήσω τα πτώματα που συσσωρεύονται γύρω μου
Γεννάω πτώματα, γεννάω πτώματα. Ας με σταματήσει κάποιος
Από τους πόρους μου εκκρίνονται θάνατοι αμάχων
Κοροϊδεύω τη ζωή, την φτύνω, όταν γυρνάει την πλάτη
Της κλέβω τα adidas της, γιατί δεν είμαι κάποιος τυχαίος
Δε είμαι σαν κι αυτήν. Είμαι πριν από αυτήν
Μα πού είναι οι σύντροφοί μου;
Σε όλες τις μητροπόλεις
Σε όλες τις χώρες που ξεκινάνε με σίγμα
Μα που είναι οι σύντροφοί μου;
Οι σύντροφοί μου πεθαίνουν πριν την ώρα τους
Οι σύντροφοί μου εκτίουν άδικες ποινές
Οι σύντροφοί μου δολοφονούνται σε ορυχεία
Οι σύντροφοί μου γεμίζουν ομαδικούς τάφους
Οι σύντροφοί μου βασανίζονται σε στρατόπεδα συγκέντρωσης
Οι σύντροφοί μου πεθαίνουν εξαιτίας του χρόνου
Εφιάλτες ξεμοναχιάζουν τα όνειρά μου
Ονειρεύτηκα παιδιά να πετάνε πέτρες σε τεθωρακισμένα
Παιδιά ζωσμένα με εκρηκτικά
Παιδιά να παίζουνε κρυφτό κάτω από τους προβολείς των ελικοπτέρων
Στρατιώτες με την γαλανόλευκη στο μπράτσο τα σημάδευαν με αυτόματα
Όχι, όχι τα παιδιά, φώναζα
Τα παιδιά δεν είναι το μέλλον, είναι το παρελθόν όλων μας
Τα παιδιά έχουν μολυνθεί από το χρόνο, μου απάντησαν
Είναι αργά πια γι’ αυτά
Ελλάδα, Ελλάδα, Ελλάδα, μπάσταρδοι, έχω ξοφλήσει πια με σας, μπάσταρδοι
Πυροβολισμός
Πυροβολισμός
Πυροβολισμός
[Ποιήματα βουτηγμένα στη βενζίνα]
ΑΥΤΟΠΡΟΣΩΠΟΓΡΑΦΙΑ
Σήμερα το πρωί η ευτυχία μού χτύπησε το παράθυρο
Στο λαιμό φόραγε διαμάντια
Την αγνόησα
Γύρισα πλευρό
Την βλαστήμησα
Όχι, δε θα γίνω δολοφόνος γι’ αυτήν
Κάθε πρωί τρώω τον πόνο με κορνφλέικς
Κάθε βράδυ αμφισβητώ τη λογική μου
Θέλω να γίνω καλοκαίρι
Να τρέχω ολόγυμνος στις παραλίες
Όλοι να με θαυμάζουν
Ο θεός είναι άξιος συμπαραστάτης μου
Προσεύχεται σε μένα
Τρώει από το σώμα μου
Πίνει από το αίμα μου
Μερικές φορές κάθεται στα πόδια μου
Του χαϊδεύω τα μαλλιά
Έγνοιες, συμπόνια, τύψεις δεν σημαίνουν τίποτα για μένα
Κάθε Κυριακή διαβάζω επικήδειους σε εκκλησίες
Συγνώμη, δεν παίρνω παραγγελίες
Κάθε φορά που ακούω τη λέξη ειρήνη
Κοιμάμαι με ένα όπλο κάτω από το μαξιλάρι
Jazra Khaleed είναι το όνομά μου
Αγία πουτάνα
Μπάσταρδος ποιητής
Κάποιες φορές πολεμιστής, τις περισσότερες δειλός
Ξέρω ποιος είμαι
Έχω σπιλώσει την τιμή κάθε έντιμης οικογένειας
Έχω πηδήξει κάθε τηλεπαρουσιάστρια
Οι παρομοιώσεις είναι το δυνατό μου σημείο
Έχω μαζέψει κατάρες από κάθε καταραμένο ποιητή
Δείξε μου μια γυναίκα κι εγώ θα την γονιμοποιήσω
Ή έναν ήλιο και θα τον θαμπώσω
Δώσε μου μια πατρίδα κι εγώ θα την προδώσω
Ή θα δολοφονήσω τον τύραννο
Και θα διαπομπεύσω τον πρωθυπουργό
Κλείσε μου εμφανίσεις σε τσίρκο
Ή σε διεθνή φεστιβάλ λογοτεχνίας
Βρίσε με, φτύσε με κι εγώ θα σταυρωθώ για χάρη σου
Δίδαξέ με ξένες γλώσσες και τυφλό σύστημα
Ανάγκασέ με να διαβάζω εφημερίδες και να βλέπω τηλεόραση
Μάθε μου κολακείες και γαλιφιές
Γιατί σε κάτι πρέπει να χρησιμεύουν και οι ποιητές
Γράφω για τους ανέστιους, τους ξυπόλητους, τους πένητες
Τους τελευταίους στη σειρά
Να κυλιέμαι στο πεζοδρόμιο και να ξερνάω έξω από μπαρ
Αυτό μόνο αξίζει
Είμαι μια υπόσχεση που κανείς δε θα κρατήσει
[Ποιήματα βουτηγμένα στη βενζίνα]
Στο λαιμό φόραγε διαμάντια
Την αγνόησα
Γύρισα πλευρό
Την βλαστήμησα
Όχι, δε θα γίνω δολοφόνος γι’ αυτήν
Κάθε πρωί τρώω τον πόνο με κορνφλέικς
Κάθε βράδυ αμφισβητώ τη λογική μου
Θέλω να γίνω καλοκαίρι
Να τρέχω ολόγυμνος στις παραλίες
Όλοι να με θαυμάζουν
Ο θεός είναι άξιος συμπαραστάτης μου
Προσεύχεται σε μένα
Τρώει από το σώμα μου
Πίνει από το αίμα μου
Μερικές φορές κάθεται στα πόδια μου
Του χαϊδεύω τα μαλλιά
Έγνοιες, συμπόνια, τύψεις δεν σημαίνουν τίποτα για μένα
Κάθε Κυριακή διαβάζω επικήδειους σε εκκλησίες
Συγνώμη, δεν παίρνω παραγγελίες
Κάθε φορά που ακούω τη λέξη ειρήνη
Κοιμάμαι με ένα όπλο κάτω από το μαξιλάρι
Jazra Khaleed είναι το όνομά μου
Αγία πουτάνα
Μπάσταρδος ποιητής
Κάποιες φορές πολεμιστής, τις περισσότερες δειλός
Ξέρω ποιος είμαι
Έχω σπιλώσει την τιμή κάθε έντιμης οικογένειας
Έχω πηδήξει κάθε τηλεπαρουσιάστρια
Οι παρομοιώσεις είναι το δυνατό μου σημείο
Έχω μαζέψει κατάρες από κάθε καταραμένο ποιητή
Δείξε μου μια γυναίκα κι εγώ θα την γονιμοποιήσω
Ή έναν ήλιο και θα τον θαμπώσω
Δώσε μου μια πατρίδα κι εγώ θα την προδώσω
Ή θα δολοφονήσω τον τύραννο
Και θα διαπομπεύσω τον πρωθυπουργό
Κλείσε μου εμφανίσεις σε τσίρκο
Ή σε διεθνή φεστιβάλ λογοτεχνίας
Βρίσε με, φτύσε με κι εγώ θα σταυρωθώ για χάρη σου
Δίδαξέ με ξένες γλώσσες και τυφλό σύστημα
Ανάγκασέ με να διαβάζω εφημερίδες και να βλέπω τηλεόραση
Μάθε μου κολακείες και γαλιφιές
Γιατί σε κάτι πρέπει να χρησιμεύουν και οι ποιητές
Γράφω για τους ανέστιους, τους ξυπόλητους, τους πένητες
Τους τελευταίους στη σειρά
Να κυλιέμαι στο πεζοδρόμιο και να ξερνάω έξω από μπαρ
Αυτό μόνο αξίζει
Είμαι μια υπόσχεση που κανείς δε θα κρατήσει
[Ποιήματα βουτηγμένα στη βενζίνα]
ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΣΕ ΣΙ ΥΦΕΣΗ
Δεν έχω τίποτα να προτείνω
Δεν είμαι χρήσιμος
Είμαι απλώς ένα πρωτόκολλο
Αν μου δώσεις λίγη αγάπη, θα σταματήσω να γράφω
Με συνεπαίρνει ο θάνατος. Οι μικροί εγωισμοί
που κρύβει μέσα του
Καθισμένος σε ένα παγκάκι πετάω
αμέθυστες λέξεις στους περαστικούς που μαθαίνουν κολύμπι
Κάντε λίγο υπομονή, οι απελπισμένοι θα εκδικηθούν την ευτυχία
Το θριαμβευτικό πέρα-δώθε των εμπόρων
Μια συμφωνία σε σι ύφεση
Δεν ψάχνω άλλο για ανθρώπους
Αναγνωρίζω τον εαυτό μου μόνο στις βιτρίνες
Στα μάτια των καλλιτεχνών βλέπω συναλλαγματικές άμεσα πληρωτέες
Είναι νύχτες που κρυώνω από μοναξιά
Στα ουρλιαχτά μου προσθέτω λίγο μπάσο
Μερικές φορές ξεγελάω ακόμα και την άσφαλτο
Η ευτυχία, αυτό το ατάλαντο φωτομοντέλο, τα πρωινά
παρουσιάζει ανθρώπους φορώντας wonderbra
[Ποιήματα βουτηγμένα στη βενζίνα]
Δεν είμαι χρήσιμος
Είμαι απλώς ένα πρωτόκολλο
Αν μου δώσεις λίγη αγάπη, θα σταματήσω να γράφω
Με συνεπαίρνει ο θάνατος. Οι μικροί εγωισμοί
που κρύβει μέσα του
Καθισμένος σε ένα παγκάκι πετάω
αμέθυστες λέξεις στους περαστικούς που μαθαίνουν κολύμπι
Κάντε λίγο υπομονή, οι απελπισμένοι θα εκδικηθούν την ευτυχία
Το θριαμβευτικό πέρα-δώθε των εμπόρων
Μια συμφωνία σε σι ύφεση
Δεν ψάχνω άλλο για ανθρώπους
Αναγνωρίζω τον εαυτό μου μόνο στις βιτρίνες
Στα μάτια των καλλιτεχνών βλέπω συναλλαγματικές άμεσα πληρωτέες
Είναι νύχτες που κρυώνω από μοναξιά
Στα ουρλιαχτά μου προσθέτω λίγο μπάσο
Μερικές φορές ξεγελάω ακόμα και την άσφαλτο
Η ευτυχία, αυτό το ατάλαντο φωτομοντέλο, τα πρωινά
παρουσιάζει ανθρώπους φορώντας wonderbra
[Ποιήματα βουτηγμένα στη βενζίνα]
MΠΑΜΠΑΣ
Τελικά χώρεσαν όλα σε μια κηδεία
Μπαμπά
Δεν μπορείς να με αγγίξεις πια
Με το αξύριστο μάγουλό σου
Τα θαμπά σου γυαλιά
Είσαι ένα άδειο πακέτο τσιγάρα
Είσαι ένας κατουρημένος τοίχος
Είμαι μεγάλος τώρα
Μπαμπά
Παίζω με τις λέξεις σαν τα παιδικά μου χρόνια
Εκθέτω ανθρώπους
Δεν μπορείς να είσαι περήφανος για μένα πια
Δεν μπορείς να παριστάνεις ότι δε με βλέπεις
Ότι δε γνωρίζεις τίποτα
Ποτέ δε με ήξερες
Μπαμπά
Σε τι να μεταμορφωθώ για να με γνωρίσεις;
Θα γίνω εξίσωση
Η επιτάχυνση ισούται με την αλλαγή της ταχύτητας προς την αλλαγή του χρόνου
Ο χρόνος ήταν πολύ μακριά για μας
Όσο για την επιτάχυνση
Ήμουν μια ευθύνη που ποτέ δεν ανέλαβες
Μπαμπά
Μου κληρονόμησες στρατιώτες στα μαλλιά
Ένα χέρι κάτω από το πηγούνι
Σου κληρονόμησα πόνους στη μέση
Επισκέψεις σε αναμορφωτήρια
Τώρα σε κουβαλάω πάνω μου σα βρεγμένη κουβέρτα
Σε σκότωσα πριν πολλά χρόνια
Μπαμπά
Όταν μας παρέδωσες στους αρουραίους μέσα σε σακούλες σκουπιδιών
Με τη μάνα μου να ξερνάει αίμα στην τουαλέτα
Τα νερά της αδελφής μου να σπάνε στο τσιμέντο
Εμένα να ακούω το θάνατο να τραγουδάει στο κεφάλι μου
Έπρεπε να γίνω άντρας εν τη απουσία σου
Τώρα είσαι θαμμένος βαθιά, πολύ βαθιά
Μπαμπά
Μπορώ να χορέψω πάνω σου, να σε ποδοπατήσω
Μπορώ να μιλάω με τη φωνή σου, να χτυπάω με τα χέρια σου
Έπρεπε να σε σκίσω κι ύστερα να σε κολλήσω
Tα δεκάδες μικρά σου κομμάτια
Κάθε βράδυ φτύνω το είδωλό σου στον καθρέφτη
[Ποιήματα βουτηγμένα στη βενζίνα]
Μπαμπά
Δεν μπορείς να με αγγίξεις πια
Με το αξύριστο μάγουλό σου
Τα θαμπά σου γυαλιά
Είσαι ένα άδειο πακέτο τσιγάρα
Είσαι ένας κατουρημένος τοίχος
Είμαι μεγάλος τώρα
Μπαμπά
Παίζω με τις λέξεις σαν τα παιδικά μου χρόνια
Εκθέτω ανθρώπους
Δεν μπορείς να είσαι περήφανος για μένα πια
Δεν μπορείς να παριστάνεις ότι δε με βλέπεις
Ότι δε γνωρίζεις τίποτα
Ποτέ δε με ήξερες
Μπαμπά
Σε τι να μεταμορφωθώ για να με γνωρίσεις;
Θα γίνω εξίσωση
Η επιτάχυνση ισούται με την αλλαγή της ταχύτητας προς την αλλαγή του χρόνου
Ο χρόνος ήταν πολύ μακριά για μας
Όσο για την επιτάχυνση
Ήμουν μια ευθύνη που ποτέ δεν ανέλαβες
Μπαμπά
Μου κληρονόμησες στρατιώτες στα μαλλιά
Ένα χέρι κάτω από το πηγούνι
Σου κληρονόμησα πόνους στη μέση
Επισκέψεις σε αναμορφωτήρια
Τώρα σε κουβαλάω πάνω μου σα βρεγμένη κουβέρτα
Σε σκότωσα πριν πολλά χρόνια
Μπαμπά
Όταν μας παρέδωσες στους αρουραίους μέσα σε σακούλες σκουπιδιών
Με τη μάνα μου να ξερνάει αίμα στην τουαλέτα
Τα νερά της αδελφής μου να σπάνε στο τσιμέντο
Εμένα να ακούω το θάνατο να τραγουδάει στο κεφάλι μου
Έπρεπε να γίνω άντρας εν τη απουσία σου
Τώρα είσαι θαμμένος βαθιά, πολύ βαθιά
Μπαμπά
Μπορώ να χορέψω πάνω σου, να σε ποδοπατήσω
Μπορώ να μιλάω με τη φωνή σου, να χτυπάω με τα χέρια σου
Έπρεπε να σε σκίσω κι ύστερα να σε κολλήσω
Tα δεκάδες μικρά σου κομμάτια
Κάθε βράδυ φτύνω το είδωλό σου στον καθρέφτη
[Ποιήματα βουτηγμένα στη βενζίνα]
OUTRO
Δε μοιάζω στους άλλους ανθρώπους
Είμαι ένα τέρας
Ένας τρομοκράτης
Είμαι ένας κουκουλοφόρος
Δε θα πεθάνω ποτέ
Δεν έχω τίποτα να χάσω
Δεν υπάρχει τίποτα να διακινδυνεύσω
Αυτό το τίποτα που αέναα ζητούσα
Κάθε πράξη έχει νόημα πλέον
Να κλέβεις παγκάρια εκκλησιών
Να ξεπαρθενεύεις κόρες αστών
Να σημαδεύεις με μια σφεντόνα τις Mercedes που κατεβαίνουν την Κηφισίας
Να καις το πανί με τις γαλάζιες και άσπρες ρίγες
Να απαλλοτριώνεις τράπεζες
Νοσταλγώ την εποχή των αναμορφωτηρίων και των ομάδων επανένταξης
Την όμορφη εποχή των οδοφραγμάτων
Κάθε δουλειά είναι ντροπή
Ένας πωλητής παπουτσιών αξίζει όσο κι ένας χωροφύλακας
Η εποχή των γενετιστών και των βιοτεχνολόγων
Αντικατέστησε επιτέλους αυτή των δικαστών και των ψυχιάτρων
Θα γίνω καρκίνος και θα σας χτυπήσω στον προστάτη
Θα βγάλω από τη μέση κάθε υγιή
Θα ζήσω μια στιγμή και θα εξαφανιστώ
Σαν πυροτέχνημα που σβήνει στον ουρανό
Σαν μολότωφ που σκάει στο οδόστρωμα
Θα ουρλιάξω
Λέξεις από μέταλλο
Λέξεις από κεραυνούς
Μέχρι να σκίσω τα τύμπανά σας
Μέχρι τη σιωπή
Δε φοβάμαι πια
[Ποιήματα βουτηγμένα στη βενζίνα]
Είμαι ένα τέρας
Ένας τρομοκράτης
Είμαι ένας κουκουλοφόρος
Δε θα πεθάνω ποτέ
Δεν έχω τίποτα να χάσω
Δεν υπάρχει τίποτα να διακινδυνεύσω
Αυτό το τίποτα που αέναα ζητούσα
Κάθε πράξη έχει νόημα πλέον
Να κλέβεις παγκάρια εκκλησιών
Να ξεπαρθενεύεις κόρες αστών
Να σημαδεύεις με μια σφεντόνα τις Mercedes που κατεβαίνουν την Κηφισίας
Να καις το πανί με τις γαλάζιες και άσπρες ρίγες
Να απαλλοτριώνεις τράπεζες
Νοσταλγώ την εποχή των αναμορφωτηρίων και των ομάδων επανένταξης
Την όμορφη εποχή των οδοφραγμάτων
Κάθε δουλειά είναι ντροπή
Ένας πωλητής παπουτσιών αξίζει όσο κι ένας χωροφύλακας
Η εποχή των γενετιστών και των βιοτεχνολόγων
Αντικατέστησε επιτέλους αυτή των δικαστών και των ψυχιάτρων
Θα γίνω καρκίνος και θα σας χτυπήσω στον προστάτη
Θα βγάλω από τη μέση κάθε υγιή
Θα ζήσω μια στιγμή και θα εξαφανιστώ
Σαν πυροτέχνημα που σβήνει στον ουρανό
Σαν μολότωφ που σκάει στο οδόστρωμα
Θα ουρλιάξω
Λέξεις από μέταλλο
Λέξεις από κεραυνούς
Μέχρι να σκίσω τα τύμπανά σας
Μέχρι τη σιωπή
Δε φοβάμαι πια
[Ποιήματα βουτηγμένα στη βενζίνα]
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)